Εκκλησιαστική Τέχνη
α. Ίδρυση και Στέγαση
Το 1991, με πρωτοβουλία και αποκλειστικές ενέργειες του Σεβασμιότατου Μητροπολίτη κ.κ. Ευσταθίου, ιδρύθηκε στη Σπάρτη, έδρα της Ι. Μητροπόλεως Μονεμβασίας και Σπάρτης, το Μουσείο Εκκλησιαστικής Τέχνης.
Σύμφωνα με το άρθρο 1 του κανονισμού (υπ. 55/1991) «περί ιδρύσεως και λειτουργίας Μουσείου Εκκλησιαστικής Τέχνης της Ιεράς Μητροπόλεως Μονεμβασίας και Σπάρτης» συνιστάται στην Ι. Μητρόπολη Μονεμβασίας και Σπάρτης Εκκλησιαστική Υπηρεσία Χριστιανικής Αρχαιολογικής Κληρονομιάς, στόχος της οποίας είναι η οργάνωση και λειτουργία του Εκκλησιαστικού Μουσείου.
Το Μουσείο Εκκλησιαστικής Τέχνης στεγάζεται στο δεύτερο όροφο του Μητροπολιτικού Μεγάρου, το οποίο ολοκληρώθηκε ως κτίσμα από τον άξιο σημερινό Ποιμενάρχη της Μητροπόλεως. Το Μουσείο φιλοξενείται στο Επισκοπείο, έως ότου αποκτήσει το δικό του χώρο, προκειμένου να καλύψει τις υπάρχουσες, αλλά και τις τρέχουσες μελλοντικές μουσειολογικές του δραστηριότητες, δεδομένου ότι στόχος του είναι και η δημιουργία ενός τμήματος με καθαρό παραδοσιακό λαογραφικό χαρακτήρα.
β. Διαχρονική πολιτιστική δράση
Για την ιστορία του Μουσείου Εκκλησιαστικής Τέχνης αξίζει νά επανέλθει κανείς στην πολιτιστική δράση παλαιότερων Μητροπολιτών της τοπικής Εκκλησίας, μέσα από την όποία διαγράφεται η διαφορετική πορεία των κειμηλίων του Μουσείου. Το Μάιο του 1940 ιδρύθηκε από το Μητροπολίτη Διονύσιο Δάφνο, ο όποιος είχε ιδιαίτερα αναπτυγμένη την αρχειακή ευαισθησία, το «Ιστορικόν Αρχείον» Σπάρτης, «προς διαφύλαξιν εντύπων και εγγράφων ιστορικής σημασίας». Το Αρχείο, φιλοξενώντας έγγραφα, χειρόγραφους κώδικες και έντυπα βιβλία των Ι. Μονών Άγίων Τεσσαράκοντα, Ζερμπίτσας, Αγίων Αναργύρων, Αγίου Γεωργίου Ρεκίτσας και των οικογενειών Γ .Δ. Ματάλα και Αγησ. Σγουρίτσα, στεγάστηκε στο μικρό κτίριο – κελί, μετόχι της Ί. Μονής Άγίων Τεσσαράκοντα, πού βρισκόταν πλάι στη σημερινή αίθουσα «Στέγη Νεότητας» και το όποιο διασκευάστηκε κατάλληλα με έξοδα της μονής. Όταν γκρεμίστηκε το κτίριο, τα χειρόγραφα τοποθετήθηκαν πρόχειρα σε κιβώτια.
Το 1961 ο Μητροπολίτης Κυπριανός θεμελίωσε το κτιριακό συγκρότημα, σε οικόπεδο του Μητροπολιτικού Ι. Ναού Ευαγγελίστριας Σπάρτης, για τη δημιουργία Πνευματικού Κέντρου της Εκκλησίας. Τέσσερα χρόνια αργότερα εγκαινίασε τη φιλόξενη αίθουσα «Στέγη Νεότητας», στα ανθυγιεινά υπόγεια της οποίας τοποθετήθηκε το ήδη υπάρχον υλικό τού Ιστορικού Αρχείου. Επί των ημερών, επίσης, του Κυπριανού κατασκευάστηκε ο Οίκος των Ιεροκηρύκων, δίπλα στη «Στέγη Νεότητας», με προορισμό τη διαμονή και μελέτη των κληρικών των επιφορτισμένων με το κήρυγμα. Στο δεύτερο όροφο του κτιρίου στεγάστηκε το Ιστορικό Αρχείο και έτσι τα χειρόγραφα βρέθηκαν σ’ ένα δικό τους χώρο.
Εν τω μεταξύ, ο Κυπριανός προχώρησε στη συγκέντρωση εικόνων αρχαιολογικής αξίας, καθώς και τέμπλων. Το υλικό αυτό φιλοξενήθηκε στό ισόγειο του Οίκου των Ιεροκηρύκων. Όσα κειμήλια ζωγραφικής τέχνης (φορητές εικόνες-ξυλόγλυπτα) συγκεντρώθηκαν τότε, για να διαφυλαχθούν, μεταφέρθηκαν από το μετέπειτα Μητροπολίτη Ιερόθεο στο παλαιό Επισκοπείο. Ακολούθως, όταν γκρεμίστηκε το Επισκοπείο, αποθηκεύτηκαν -πάλι από τον Ιερόθεο- στην Ι. Μονή Αγίων Τεσσαράκοντα. Εκεί, όμως, ευρισκόμενα αποτελούσαν εύκολη λεία για τους φυσικούς τους εχθρούς, όπως το χρόνο, την υγρασία, τα τρωκτικά κ.λ.π.
Σ’ αυτή την κατάσταση τα βρήκε ο σημερινός Μητροπολίτης κ.κ. Ευστάθιος. Τα κειμήλια ήταν σαν να του γνέφουν, σαν να στέλνουν μήνυμα βοήθειας για τη σωτηρία τους και την επιβίωσή τους. Του φώναζαν την ιστορία τους και θρηνούσαν για το κατάντημά τους. Ο σοφός Ποιμενάρχης και ευαίσθητος, ιδιαίτερα σε θέματα εθνικής κληρονομιάς, πόνεσε με το δράμα τους και συνεχώς άκουγε την κραυγή της αγωνίας και της απογνώσεώς τους. Κανείς άλλος δεν είχε φθάσει σ’ αυτό το συγκινητικό, ομολογουμένως, βαθμό επικοινωνίας, Γι’ αυτό, άλλωστε, και μερίμνησε με τόση αγάπη και προσοχή.
Το επόμενο στάδιο ήταν ανακουφιστικό. Τα πράγματα είχαν μπει, ήδη, στη φάση αποκαταστάσεως τών κειμηλίων, τα οποία αυτόματα έπαψαν νά είναι ξεχασμένα απομεινάρια της πολιτιστικής μας κληρονομιάς. Ο άνθρωπος που έσκυψε επάνω τους και, στην κυριολεξία, αφουγκράστηκε τόν επιθανάτιο ρόγχο τους επεφύλαξε την πρέπουσα θέση. Έτσι, αφενός μεν ανασυνέστησε το Ιστορικό Αρχείο της Σπάρτης (ΓΑΚ-Αρχεία νομού Λακωνίας), όπου φιλοξενήθηκε το αρχειακό υλικό, αφετέρου -λίγο αργότερα- ίδρυσε το Μουσείο Εκκλησιαστικής Τέχνης της Ί. Μητροπόλεως Μονεμβασίας και Σπάρτης (1991), Και επειδή οι εικόνες, καθώς και τα ιερά άμφια και ιερά σκεύη κ.α., αποτελούν οργανικό σύνολο, πάλι με δικές του φροντίδες οι κώδικες περιήλθαν, ένα χρόνο μετά την ίδρυση, στη βιβλιοθήκη του Μουσείου. Οπότε, ανήκοντας πλέον στό φυσικό τους χώρο, μόνο ευγνωμοσύνη απευθύνουν προς το μεγάλο τους ευεργέτη.
Η συνήθεια της συγκεντρώσεως μουσειακών αντικειμένων κατά μία ορισμένη τάξη προϋποθέτει μεγάλο και αστείρευτο ενδιαφέρον καθώς και ιδιαίτερη αγάπη για ένα θέμα γενικό ή ειδικό. Ο επιστημονικός, λοιπόν, θρησκευτικός, ιστορικός και πολιτιστικός χαρακτήρας του Μουσείου αποκαλύπτει τον ίδιο τον εμπνευστή και δημιουργό του.
Εύκολα γίνεται αντιληπτό, ότι δεν αρκούν για το Σεβασμιότατο Μητροπολίτη κ.κ. Ευστάθιο η προστασία, η διάσωση και η συγκέντρωση των αντικειμένων. Ενδιαφέρεται και για την πιο μικρή, αλλά ουσιαστική λεπτομέρεια. Ακόμα και η ειδολογική κατάταξη και η σύνθεση της κάθε προθήκης αποτελούν καθαρά δικό του έργο αποκαλύπτοντας έτσι, ότι η αποτύπωση της προσωπικής του σφραγίδας διαπνέεται από μίαν αλάνθαστη καλαισθησία, βαθιά γνώση του αντικειμένου και αγάπη του δημιουργού για το έργο του.
Σ’ αυτές τις δραστηριότητες προστίθενται οι πρώτες βοήθειες, η διαφύλαξη του κειμηλιακού θησαυρού σε χώρους κατάλληλους με την εξασφάλιση του σωστού, γενικά, περιβάλλοντος, του κλιματισμού, της καθαριότητας κ.λ.π. Ακόμη η ανάθεση της συντηρήσεως των αντικειμένων σε ειδικούς συντηρητές, η κάλυψη των όρων ασφαλείας, όπως η προστασία από φωτιά και κλοπή, γεγονότα που αποτελούν κύριο μέλημα του Μητροπολίτη.
Επίσης, για νά διασώσει στο μεγαλύτερο βαθμό το περιεχόμενο των χειρογράφων κωδίκων και νά το κάνει προσιτό στην έρευνα χωρίς την έκθεση στη φθορά από τη συνεχή χρήση, ενδιαφέρθηκε και ανέθεσε σε ειδικούς τη μικροφωτογραφική, δηλαδή την αποτύπωση των χειρογράφων σε μικροφίλμ, που υπηρετεί ακριβώς αυτούς τους στόχους.
Επιθυμώντας, μάλιστα, την πολιτιστική επαφή και γνωριμία των κειμηλίων του Μουσείου Εκκλησιαστικής Τέχνης με το κοινό, πραγματοποιεί την έκδοση του συγκεκριμένου Λευκώματος στα πλαίσια των εκδοτικών δραστηριοτήτων της Ι. Μητροπόλεως Μονεμβασίας και Σπάρτης.
Μέσα, λοιπόν, από την αγάπη και τον ατομικό μόχθο, με τον οποίο ιδρύθηκε και οργανώθηκε το Μουσείο Εκκλησιαστικής Τέχνης, διαπιστώνεται, ότι η προσφορά του Σεβασμιότατου Μητροπολίτη κ.κ. Ευσταθίου είναι για τους ανθρώπους του τόπου και το ευρύτερο κοινό, μοναδική και εξίσου πολύτιμη.
γ. Θεματικές Συλλογές του Μουσείου
Στις συλλογές τού Μουσείου Εκκλησιαστικής τέχνης υπάρχουν σημαντικές εικόνες πέντε αιώνων, ιερά σκεύη, άμφια καθώς και μία αξιόλογη σειρά χειρογράφων, που προέρχονται από τις Μονές της περιοχής. Πυρήνα των συλλογών του Μουσείου και αφορμή της ιδρύσεως του αποτέλεσε, βέβαια, η συλλογή εικόνων την οποία ο Σεβασμιότατος Μητροπολίτης βρήκε λησμονημένη στην Ι, Μονή των Άγίων Τεσσαράκοντα.
Οι κώδικες που φυλάσσονται στο Μουσείο προέρχονται στο μεγαλύτερό τους μέρος από την Ι. Μονή Αγίων Τεσσαράκοντα Μαρτύρων και οι υπόλοιποι από την Ι, Μονή Ζερμπίτσας. Η πνευματική προσφορά των μονών αυτών, και όχι μόνο, είναι ανεκτίμητη καθώς είναι θεματοφύλακες της ιστορίας και τού πολιτισμού.
Τα χειρόγραφα φιλοξενούσε το Ιστορικό Αρχείο Σπάρτης από τη στιγμή της ανασυστάσεώς του. Με ενέργειες του νυν Μητροπολίτη παραδόθηκαν στην Ι. Μητρόπολη Μονεμβασίας και Σπάρτης τον Ιούνιο τού 1992.
Το υλικό του Μουσείου εμπλουτίζεται με τις συλλογές που περιλαμβάνουν τόσο τα ιερά σκεύη όσο και τα ιερά άμφια. Τα περισσότερα από αυτά τα λατρευτικά αντικείμενα αποτελούν δωρεές του σημερινού Ιεράρχη. Ξεχωρίζει, εδώ, η μεγάλη προσφορά τού Σεβασμιοτάτου Μητροπολίτη κ. κ. Ευστάθιου μιας ολόκληρης αρχιερατικής στολής, καθώς και προσωπικά άμφια, όπως:
Επίσης, στη συλλογή τού νυν Μητροπολίτη Μονεμβασίας και Σπάρτης ανήκουν αρχιερατικά προσωπικά του άμφια και του μακαριστού Μητροπολίτη Γόρτυνας Ευστάθιου (1960). Ακόμη, η μίτρα του αείμνηστου Μητροπολίτη Πατρών Αντωνίου (1906-1944) που δωρίθηκε στον αείμνηστο Μητροπολίτη Γόρτυνας Ευστάθιο, οι συγγενείς του οποίου την προσέφεραν στον νυν Μητροπολίτη Μονεμβασίας και Σπάρτης κ.κ. Ευστάθιο, ο οποίος προσέφερε όλα αυτά τα ιερά κειμήλια ως προσωπική του δωρεά στό Μουσείο Εκκλησιαστικής Τέχνης που ίδρυσε. Σ’ αυτά περιλαμβάνονται:
Στο Μουσείο φυλάσσονται, ακόμη, η Μίτρα και η Πατερίτσα της μεγάλης ιστορικής φυσιογνωμίας, του Επίσκοπου Βρεσθένης Θεοδώρητου Β’, τα οποία φιλοξενούσε μέχρι πρότινος το Ιστορικό Αρχείο και με παρέμβαση του νυν Μητροπολίτη κ.κ. Ευσταθίου απ’ το ΥΠΕΠΘ, περιήλθαν στό Μουσείο.
Το Μουσείο Εκκλησιαστικής Τέχνης της Ι. Μητροπόλεως Μονεμβασίας και Σπάρτης φιλοξενεί θησαυρούς, οι οποίοι ανήκουν στην κειμηλιακή τέχνη. Και αυτό, γιατί περιλαμβάνει φορητές εικόνες, μεγάλη ποικιλία εκκλησιαστικού πλούτου της μικροτεχνίας, λατρευτικό αντικείμενα, έργα μεταλλοτεχνίας, μικροξυλογλυπτικά, υφάσματα, καθώς και αξιόλογα δείγματα βιβλιοδετικής τέχνης.
Ο εικονογραφικός πλούτος που έχει να επιδείξει το Μουσείο δεν περιορίζεται μόνο στις εικόνες, αλλά επεκτείνεται και στις μικρογραφίες των χειρογράφων. Οι κώδικες, διασώζοντας τα χαρακτηριστικά γραφής (και όχι μόνο) των αιώνων στους οποίους ανήκουν, παρουσιάζουν μεγάλο και πολύμορφο ενδιαφέρον.
Προκειμένου να διευκολυνθεί ο αναγνώστης – θεατής στη μουσειολογική προσέγγιση των εκθεμάτων του Μουσείου, θεωρείται χρήσιμο η θεματολογία του Λευκώματος να ακολουθήσει μία συγκεκριμένη διάταξη, η οποία περιλαμβάνει τρεις βασικές ενότητες με επιμέρους θέματα που διαρθρώνονται ως έξής:
1. Η Ζωγραφική Τέχνη και οι φορητές εικόνες
- Εισαγωγή
- Περιγραφή φορητών εικόνων
2. Μικροτεχνία Μεταλλουργία και Χρυσοκεντητική
- Εισαγωγή
- Περιγραφή-παρουσίαση Ιερών σκευών, Αμφίων και ξυλόγλυπτων
3. Εικονογραφημένα Χειρόγραφα
- Εισαγωγή
- Παρουσίαση μικρογραφιών
- Στόχοι και επιδιώξεις
Το Μουσείο είναι ίδρυμα μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα, όπως άλλωστε όλα τα μουσεία, και ο σκοπός του -καθώς αυτός ορίζεται στην ιδρυτική πράξη- είναι «η διαφύλαξη και έκθεση Εκκλησιαστικών αντικειμένων Χριστιανικής τέχνης με καλλιτεχνική, ιστορική και αρχαιολογική αξία».
Έχει ως πρώτιστο έργο τη συλλογή εικόνων, χειρογράφων, εκκλησιαστικών ειδών, σκευών και γενικά ιερών κειμηλίων. Επίσης, τη συγκέντρωση πάσης φύσεως πολιτιστικών τεκμηρίων της τοπικής ιστορίας και παραδόσεως, τα οποία θεωρούνται μουσειακά αντικείμενα του αμέσου παρελθόντος με στόχο τη διαφύλαξη, τη συντήρηση, τη μελέτη και την παρουσίασή τους.
Στους άμεσους στόχους του Μουσείου είναι: 1) Η λειτουργία, σε χώρο αυτόνομο και ανεξάρτητο, της εκθέσεως τού μουσείου, βασισμένης στις σύγχρονες μουσειολογικές αντιλήψεις. 2) Η δημιουργία ενός Λαογραφικού Τμήματος. 3) Η εκπαιδευτική δραστηριότητα στα πλαίσια της οργανώσεως σχετικών προγραμμάτων για παιδιά, το πιο ευαίσθητο και πολυάριθμο κοινό ενός μουσείου με σκοπό την -μέσα από σύγχρονες παιδαγωγικές και μουσειολογικές μεθόδους- ευαισθητοποίησή τους σε θέματα θρησκευτικότητας, ιστορίας και πολιτισμού. 4) Η δυνατότητα εκδοτικής συνέχειας -με τη στήριξη της Ι. Μητροπόλεως Μονεμβασίας και Σπάρτης-, πού θα αφορά συγκεκριμένα ειδικές παλαιογραφικές και φιλολογικές μελέτες από την επιστημονική προσέγγιση των χειρογράφων κωδίκων.
Το Μουσείο Εκκλησιαστικής Τέχνης, με τον πλούτο που διασώζει, αποτελεί μία πολύτιμη και ανεπανάληπτη μαρτυρία για τους πνευματικούς προσανατολισμούς και για τις αισθητικές αντιλήψεις των μεταβυζαντινών, κυρίως, αιώνων. Οπότε ο σκοπός του δεν είναι απλώς αποθησαυριστικός, αλλά και διδακτικός -ακόμα και σε τομείς πού θα επεκταθεί στο μέλλον- αφού έτσι αξιολογείται η εκκλησιαστική τέχνη, διασώζονται οι μορφές της, και προβάλλεται η τοπική πολιτιστική κληρονομιά. Όλα αυτά δικαιώνουν την ύπαρξη του Μουσείου μας σε μία τόσο δύσκολη εποχή για τη χώρα μας.
Επιβάλλεται, εδώ, να τονισθεί, ότι το Μουσείο Εκκλησιαστικής Τέχνης της Ι. Μητροπόλεως Μονεμβασίας και Σπάρτης στη δύσβατη αυτή πορεία για τη διαφύλαξη και προβολή των κειμηλίων του συνάντησε ακούραστους συνοδοιπόρους και θερμούς συμπαραστάτες τούς αδελφούς κ.κ. Φίλιππο και Σταύρο Νιάρχο, πού τιμούν διαιωνίζουν και λαμπρύνουν το όνομα του πατέρα τους, του αείμνηστου Λάκωνα και μεγάλου ευεργέτη Σταύρου Νιάρχου.
Οι αδελφοί Νιάρχου, με την εισήγηση του θείου τους κ. Κων/νου Δρακόπουλου, αποτελούν τους μεγάλους ευεργέτες του Μουσείου. Αυτοί με την πολύτιμη δωρεά τους επαλήθευσαν τις προσδοκίες μας, εξύψωσαν την αρετή της ποιότητας που τους διακρίνει και αποκάλυψαν την αλήθεια της Αγάπης και την ευαισθησία που ποτίζει την ψυχή τους, αποδεικνύοντας πως η ευγένεια της καταγωγής τους δεν είναι μόνο προνόμιο, άλλά και χρέος.
Γεωργία Μυλωνάκου Σαιτάκη