14/08/2020

RSS

«Ἀντί τοῦ ἀγαπᾶν με Σταυρῷ με προσηλώσατε» από το βιβλίο του Σεβ. Μητροπολίτη κ. Ευσταθίου ‘’ΣΤΑΛΑΓΜΑΤΙΕΣ ΑΠΟ ΤΟ ΘΕΙΟ ΔΡΑΜΑ’’

08/04/2015

ΕΥΣΤΑΘΙΟΣ ΣΤΑΥΡΩΣΗ

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Ὁ ἐμπνευσμένος ὑμνογράφος τῆς Ἐκκλησίας μας βάζει στὸ στόμα τοῦ Κυρίου μας αὐτὸ τὸ παράπονο ποὺ ἔχει στὴ σκέψη του καὶ τοῦ δημιουργεῖ πόνο στὴν καρδιά του.

Λαέ μου, παιδιά μου, τί πρόσφερα ἐγὼ στὸν καθένα χωριστὰ καὶ σ’ ὅλους μαζὶ καὶ σεῖς τί μοῡ ἀνταποδώσατε; Νὰ ὑπολογίσω τὴν ἀξία τῶν εὐλογιῶν μου ἢ τὸ πλῆθος τῶν εὐεργεσιῶν μου; Νὰ μνημονεύσω τὰ ὑλικὰ ἀγαθὰ πού καθημερινά σᾶς προσφέρω ἢ τὰ ἀνυπολογίστου ἀξίας πνευματικὰ ἀγαθὰ, τὰ ὁποῖα, ἂν ἀξιοποιήσετε ὅπως πρέπει, θὰ ζήσετε εὐτυχισμένοι; Νὰ σᾶς ὑπενθυμίσω τὴν ἐκπλήρωση τῶν αἰτημάτων σας, ἐγὼ ἄλλωστε σᾱς ἔδωσα τὴν ὑπόσχεση καὶ σᾶς παροτρύνω λέγοντάς σας «αἰτεῖτε καὶ δοθήσεται κρούετε καὶ ἀνοιγήσεται ὑμῑν» ἢ νὰ σᾶς ἀποκαλύψω τὸ λόγο, πού δὲ σᾶς ἔδωσα αὐτὰ πού ζητήσατε, γιατί θὰ σᾶς ζημίωναν;

Καὶ παραθέτει ὁ ὑμνογράφος στὸν ἐκπάγλου ὡραιότητας ὕμνο του, τὶς περιπτώσεις ποὺ ὁ Κύριός μας καὶ ὁ Θεός μας ἔδωσε αὐτὰ πού μᾱς ἐξυπηρετοῦν καὶ μᾶς γεμίζουν τὴν ψυχή μας ἀπὸ χαρά.

Καὶ ἐμεῖς, ἀντὶ νὰ ἐκφράζουμε λόγοις καὶ ἔργοις τὴν ἀίδιο καὶ ἰσόβια εὐγνωμοσύνη μας, τοῦ ἀντιπροσφέρουμε ἀκριβῶς τὰ ἀντίθετα, γιὰ νὰ ἀποδείξουμε, ὅτι στὴν καρδιά μας δὲν ὑπάρχει ἡ βασίλισσα τῶν ἀρετῶν ἀγάπη, οὔτε στὸν εὐεργέτη μας, ἐνῶ θὰ ἔπρεπε νὰ ἐκφράζεται καὶ γιὰ τὸν ἐχθρό μας, «ἀντὶ τοῦ μάννα χολὴν ἀντὶ τοῦ ὕδατος ὄξος, ἀντὶ τοῦ ἀγαπᾶν με σταυρῷ με προσηλώσατε».

Εἶναι φοβερὸ πρᾶγμα ἡ ἀχαριστία, ἐνῶ εἶναι οὐράνια ἀρετὴ ἡ εὐγνωμοσύνη. Εἶναι διαστροφὴ τῆς καρδιᾶς τὸ κλείσιμό της μπροστὰ στὸν εὐεργέτη. Εἶναι παραμόρφωση τῆς ψυχῆς μας ἡ τιμωρία τοῦ εὐεργέτη μας, μὲ τὸν ἀχάριστο λόγο μας καὶ μὲ τὴν ἀχαρακτήριστη ἐπιβουλή μας ἐναντίον του.

Δὲν εἶναι καινούργια θέση αὐτὴ ποὺ πῆραν ὅσοι τὸν Κύριο σταύρωσαν. Μίλησαν γι’ αὐτή καὶ οἱ ἄνθρωποι τῆς προχριστιανικῆς ἐποχῆς. Ἔκαναν λόγο οἱ σοφοί της ἀρχαιότητας. Ὁ ἀθάνατος λόγος τοῦ Θεοῦ ἀναφέρθηκε πολλὲς φορὲς σ’ αὐτὴ τὴ λέπρα τῆς ψυχῆς. Ὁ θυμόσοφος Διογένης τὴν περιέγραψε.

Στὴν ἐποχὴ τῆς χάριτος ὁ Κύριος πρῶτος τὴν ἀπεκάλυψε στὸ πρόσωπο καὶ στὴν ψυχὴ τῶν θεραπευμένων λεπρῶν. «Οὐχὶ οἱ δέκα ἐκαθαρίσθησαν, οἱ δὲ ἐννέα ποῦ;».

Πολλοί, ἀναρίθμητοι εἶναι ἐκεῖνοι ποὺ πληγώνουν τὸ Θεό, ζημιώνουν τὸν ἑαυτό τους καὶ τραυματίζουν τὸν πλησίον τους μὲ τὴν ἀχαριστία τους.

Εἶναι τὰ ἀγαθὰ του ἕνας ὁλόκληρος ὠκεανὸς καὶ καθημερινὰ κολυμπᾶμε σ’ αὐτόν.

Δὲν ὑπήρχαμε καὶ μᾶς ἔφερε στὴν ὕπαρξη. Προηγουμένως μὲ σοφία δημιούργησε τὸν κόσμο, γιὰ νὰ εἶναι δικός μας καὶ νὰ μᾶς ἐξυπηρετεῖ. Εἶναι προνοητικὴ ἡ ἀγάπη του, ὥστε νὰ μοιάζει μὲ τὴ φιλόστοργη μάνα ποὺ στέκεται κοντὰ στὸ παιδὶ της, και ὅταν ἐκεῖνο κοιμᾶται. Ἁμαρτάνουμε σχεδὸν καθεκάστην «οὐδεὶς καθαρὸς ἀπὸ ρύπου……» καὶ ἐκεῖνος μακροθυμεῖ καὶ εἶναι «ἀνυπόστατος ἡ ἐπὶ τοῑς ἁμαρτωλοῑς ἀπειλή του».

Ἂν εἶναι τὰ χέρια μας στὴ θέση τους, ἂν συνεχίζουν τὰ πόδια μας νὰ μᾶς στηρίζουν, ἂν ἀκόμη τὰ μάτια μας βλέπουν καὶ τὰ αὐτιά μας ἀκοῦνε, ἂν τὸ στόμα μας ὁμιλεῖ καὶ ἡ μύτη μας ὀσφραίνεται, εἶναι γιατί ἡ μακροθυμία τοῦ Θεοῦ ἐπεμβαίνει καὶ δὲν ἐπέρχεται στὰ μέλη μας καὶ σ’ ὁλόκληρο τὸν ἑαυτό μας ἡ δίκαιη ὀργὴ του καὶ ἡ ἀπόλυτη δικαιοσύνη του, ποὺ ἀπαιτεῖ τὸ θάνατο καθενὸς ποὺ ἁμαρτάνει. «Τὰ ὀψώνια τῆς ἁμαρτίας, θάνατος».

Καὶ ὄχι μόνο μακροθυμεῖ, ἀλλὰ καὶ συνεχίζει νὰ εὐεργετεῖ τόν ἄνθρωπο καὶ «ν’ ἀνατέλλει τὸν ἥλιο αὐτοῦ ἐπὶ δικαίους καὶ ἀδίκους καὶ νὰ βρέχει ἐπὶ ἀγαθοὺς καὶ πονηροὺς».

Πολλὲς φορὲς μάλιστα προσφέρει πολλὰ περισσότερα στοὺς ἁμαρτάνοντες καὶ γιὰ νὰ τοὺς δείξει τὸ βάθος καὶ τὸ ὕψος τῶν οἰκτιρμῶν του καὶ γιὰ νὰ τοὺς ὁδηγήσει, μ’ αὐτὴ τὴν ἀνοχὴ καὶ παροχὴ, στὸν δρόμο τῆς ἐπιστροφῆς τους.

Ὅταν ἔχουμε ἀνάγκη, παρακαλοῦμε καὶ ὅταν τακτοποιηθεῖ τὸ αἴτημά μας, λησμονοῦμε. Μοιάζουμε σὰν το σίδηρο, ποὺ, ὅταν εἶναι στὴ φωτιά, κοκκινίζει καὶ, ὅταν ἀπομακρυνθεῖ, κρυώνει καὶ μαυρίζει.

Ὅλα αὐτὰ εἶναι εὐλογίες του καὶ ἐμεῖς δείχνουμε τὴν ἀχαριστία μας, ἄλλοτε μὲ τὰ λόγια μας, ἄλλοτε μὲ τοὺς λογισμούς μας καὶ ἄλλοτε μὲ τὰ περίεργα καὶ παράδοξα καμώματά μας.

Βλέπουμε αὐτὰ πού μᾱς δίδει κάθε ἡμέρα καὶ ἀντὶ νὰ τόν εὐχαριστοῦμε, ἐνθυμούμαστε τί μᾱς λείπει καὶ παραπονούμαστε. Καλὸς καιρὸς γιὰ τὸ σιτάρι, ἀλλὰ ὄχι γιὰ τὶς πατάτες. Καλὸς γιὰ τὶς πατάτες, ἀλλὰ ὄχι γιὰ τὰ τοῦβλα…

Διαμαρτυρόμαστε, γιατί κάποτε δὲν ἔχουμε παπούτσια καὶ δὲν εὐχαριστοῦμε τὸ Θεό, γιατί ἔχουμε τὰ πόδια μας, ἐνῶ ἄλλοι τὰ στεροῦνται.

Εἶναι κρῖμα νὰ δοξολογοῦν τὸ Θεὸ μὲ τὸ δικό τους τρόπο ἡ θάλασσα μὲ τὸ κῦμα της , τὸ ρυάκι μὲ τὸ κελάρισμά του, τὰ πουλιὰ μὲ τὸ τραγοῦδι τους, ὁ ἥλιος μὲ το φῶς του, τὰ ἄστρα μὲ τὴ χάρη τους καὶ ὁ ἄνθρωπος νά δείχνει τήν ἀχαριστία του, εἴτε μέ τήν ἔνοχη σιωπή του, εἴτε μέ τόν ἀγνώμονα λόγο του.

Γινόμαστε ἀχάριστοι στὸν ἑαυτό μας καὶ δὲν τοῦ προσφέρουμε τὴν ἀνάπαυση, ποὺ τὴ χρειάζεται, τὴν πνευματικὴ τροφὴ, ποὺ τοῦ εἶναι ἀπαραίτητη, τὸ φάρμακο ποὺ θὰ τοῦ χαρίσει τὴν ὑγεία καὶ τὸν ἀφήνουμε νὰ ὑποφέρει ἀπὸ τὴν ἀχάριστη συμπεριφορά μας ἀπέναντί του.

Δείχνουμε ἀχαριστία καὶ πρὸς τὸν πλησίον μας, μὲ ἀποτέλεσμα νὰ διασαλεύουμε τὴν ἁρμονικὴ συμβίωσή μας καὶ νὰ τὸν κάνουμε σκληρὸ καὶ ἀνάλγητο στὸν πόνο καὶ στὴ δοκιμασία τοῦ ἄλλου. Πολλά παιδιὰ π.χ., ἐνῶ ἀπολαμβάνουν ὠκεανοὺς εὐεργεσιῶν ἀπὸ τοὺς γονεῖς τους, δὲν τοὺς ἀντιπροσφέρουν καὶ μάλιστα τότε ποὺ ἔχουν ἀνάγκη, οὔτε μερικὲς σταγόνες εὐγνωμοσύνης καὶ πολλὲς φορὲς περνοῦν δύσκολες στιγμὲς σὲ κάποιο γηροκομεῖο ἢ ζοῦν μὲ τὴν ἀγωνία τοῦ θανάτου καταμόναχοι στὸ σπίτι τους.

Ὑπάρχει ἀδελφὸς ποὺ ἔδωσε ὄχι μόνο τὸν ἱδρῶτα του, ἀλλὰ καὶ τὸ αἷμα του στὴν ἐπιχείρηση ποὺ δημιούργησε μὲ τὸν ἀδελφό του καὶ ἐκεῖνος τὸν πέταξε κυριολεκτικὰ ἀπὸ τὴ δουλειά τους, ἐκμεταλλεύτηκε ὅλα τὰ δικαιώματά του καὶ τὸν ἔστειλε στὸ ψυχιατρεῖο. Πνευματικοπαίδια ἔδειξαν ἀχαρακτήριστη συμπεριφορὰ σὲ ἐκείνους ποὺ φρόντιζαν νὰ τοὺς ἐξασφαλίσουν τὸ αἰωνίως ζῆν καὶ ἄλλοι ἔδειξαν ἀχαριστία στοὺς διδασκάλους τους, ποὺ πάσχιζαν νὰ τοὺς ἐξασφαλίσουν τὸ «εὖ ζῆν».

Ἡ ἀχαριστία ὄχι μόνο δὲν ἐξυπηρετεῑ, ἀλλὰ καὶ ζημιώνει καὶ τὸν ἀχάριστο καὶ τὴν κοινωνία. Ἐκεῖνος μὲν ἐξασφαλίζει ἕνα λαομίσητο τίτλο, ἡ κοινωνία στερεῖται τὰ ἀγαθὰ τοῦ εὐεργέτη, γιατί ὁ εὐεργέτης δὲν ἀνοίγει οὔτε τὸ πορτοφόλι του, οὔτε τὴν καρδιὰ του, ὕστερα ἀπὸ τὴ συμπεριφορὰ τοῦ ἀχάριστου.

Ὅλοι καταδικάζουμε τὴ συμπεριφορὰ τῶν ἀνθρώπων ποὺ σταύρωσαν τὸν Κύριο τῆς δόξης καὶ «ἀντὶ τοῦ ἀγαπᾶν Αὐτὸν σταυρῷ ἐπροσήλωσαν».

Στὶς καρδιές μας μαζὶ μὲ τὴν ἀγανάκτηση γεννιέται καὶ ἡ ἀντιπάθεια γι’ αὐτούς. Εἴμαστε ἕτοιμοι νὰ ἐκτοξεύσουμε τοὺς λίθους τοῦ ἀναθέματος ἐναντίον τῶν Σταυρωτῶν. Ὅμως, πρὶν τὸ κάνουμε, ἂς φροντίσουμε γιὰ ἕναν αὐτοέλεγχο, μήπως καὶ ἐμεῖς τὸν ξανασταυρώνουμε με κάποια ἄλλη μορφὴ ἀχαριστίας, πού μᾶς ἀποξενώνει ἀπὸ τὴ χάρη καὶ τὴν εὐλογία του. Πάντοτε τὸ καλὸ πού μᾱς γίνεται νὰ γράφουμε στὸ μάρμαρο, γιὰ νὰ μὴ χάνεται ποτὲ, καὶ νὰ τὸ διαλαλοῦμε, ἔστω καὶ ἂν ὁ εὐεργέτης μας ἐπιθυμεῖ τὴν ἀνωνυμία.