11/12/2017

RSS

ΕΚΔΗΜΙΑ ΠΑΤΡΟΣ ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ ΡΟΥΤΣΗ

16/05/2013

p.Pan.RoutsisΕκοιμήθη τα ξημερώματα της Τρίτης 14 Μαΐου 2013, ο αιδεσιμολογιώτατος εφημέριος του Ιερού Ναού Αγίου Σπυρίδωνος Σπάρτης και συνταξιούχος εκπαιδευτικός πρωτ. Παναγιώτης Ρούτσης.

Ο πατήρ Παναγιώτης Ρούτσης, του Σοφιανού και της Μαρίας, γεννήθηκε στις 9/9/1944 στα Ανώγεια. Ήταν παντρεμένος με τη Χριστίνα Μιχαλοπούλου, με την οποία απέκτησαν δύο παιδιά, την Μαρία και τη Φωτεινή.

Αρχικά διατέλεσε εφημέριος Λευκοχώματος, ενώ από το 1975 υπηρετούσε ως εφημέριος του Ιερού Ναού Αγίου Σπυρίδωνος Σπάρτης. Με πτυχίο θεολογικής σχολής, αλλά και πτυχίο από το Τμήμα Αρχαιολογίας της Φιλοσοφικής Σχολής Αθηνών, δίδαξε, από το 1978 έως το 2003, στο Λύκειο Ξηροκαμπίου και στο 3ο Γυμνάσιο Σπάρτης.

Ο π. Παναγιώτης ήταν ιδιαίτερα αγαπητός στην τοπική κοινωνία της Σπάρτης, τόσο για το θεόπνευστο κήρυγμά του προς το εκκλησίασμα του Ιερού Ναού Αγίου Σπυρίδωνος, όσο και για τον εκπαιδευτικό του ρόλο, ως καθηγητής επί σειρά ετών στη Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση της Λακωνίας, που του είχε χαρίσει την εκτίμηση και το σεβασμό των  μαθητών και συναδέλφων του.

Άνθρωποι κάθε ηλικίας συγκεντρώθηκαν στον Ιερό Ναό του Αγίου Σπυρίδωνος όπου συνέβαινε το αδιαχώρητο, για να πουν το στερνό αντίο στον αγαπημένο τους εφημέριο, καθηγητή και φίλο, π. Παναγιώτη.

ΛΟΓΟΣ ΕΠΙΚΗΔΕΙΟΣ ΣΤΟΝ ΜΑΚΑΡΙΣΤΟ ΠΡΩΤΟΠΡΕΣΒΥΤΕΡΟ ΠΑΝΑΓΙΩΤΗ ΡΟΥΤΣΗ

ΕΦΗΜΕΡΙΟ Ι.ΝΑΟΥ ΑΓΙΟΥ ΣΠΥΡΙΔΩΝΟΣ ΣΠΑΡΤΗΣ (15-05-2013)

Σεβασμιώτατε  Ποιμενάρχα  μας και Πνευματικέ μας πατέρα κ. Ευστάθιε

Σεβασμιώτατε Μητροπολίτα Κυθήρων κ. Σεραφείμ

Θεοφιλέστατε Επίσκοπε Ανδρούσης κ. Θεόκτιστε

Της Εκκλησίας  του Χριστού Τίμιον Πρεσβυτέριο

Κυρίες και Κύριοι Εκπρόσωποι πάσης Αρχής και Εξουσίας

της  πόλεως και της Περιφερειακής Ενότητας Λακωνίας

Ευλαβής και πενθούσα Χριστώνυμε ομήγυρη.

Μέσα στην αναστάσιμη ατμόσφαιρα και στη φθίνουσα εαρινή μοσχοβολιά, την οποία ζούμε, ακούσαμε χθες το πρωί  τη θλιβερή είδηση και οι καμπάνες  βαριές  και πένθιμες ήχησαν αναγγέλλοντας το θάνατο του αειμνήστου πατέρα Παναγιώτη Ρούτση, εφημερίου  του Ιερού αυτού Ναού. Μετά από την αιφνίδια και σύντομη ασθένεια του εκλιπόντος, όλοι μας ελπίζαμε στην ανάρρωση του και στην επιστροφή του κοντά μας, στην οικογένειά του, στην Ενορία του για να συνεχίσει το έργο του. Το άγγελμα του θανάτου του, αν και ανεμένετο, συγκίνησε και κατέθλιψε την κοινωνία της Σπάρτης. Αλλ’ «ως τω Κυρίω έδοξεν, ούτω και εγένετο» (1).

Γνωρίζουμε βεβαίως την προσωρινότητα της ζωής μας και ότι ο θάνατος για όλους μας μπορεί να έλθει  σαν κλέπτης μέσα στην νύχτα, όπως άλλωστε μας  προειδοποίησε ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός και μας προτρέπει να είμαστε ανά πάσα στιγμή της ζωής μας, έτοιμοι να δεχτούμε τη δικαιοκρισία Του. Για το λόγο αυτό πρέπει να έχουμε κατά τους νηπτικούς Πατέρες «μνήμη θανάτου». Η μνήμη  του θανάτου λειτουργεί κατά δύο τρόπους. Είναι μέθοδος προετοιμασίας και αποδοχής του μεγάλου γεγονότος και της μεγάλης αλλαγής που επέρχεται στην ύπαρξη του ανθρώπου. Μέσω του θανάτου ο άνθρωπος μεταβαίνει από το θάνατο εις την ζωή (2).  Για τον άνθρωπο φαίνεταινα είναι παράξενο και ίσως μπορεί να ηχεί ασυμβίβαστο το ένα με το άλλο, όμως, χωρίς φιλοσοφικές αποδείξεις, είναι αρκετό το παράδειγμα του αναστάντος Κυρίου μας Ιησού Χριστού, ο οποίος νίκησε το θάνατο, όχι μόνο για τον εαυτό Του, αλλά για ολόκληρο το ανθρώπινο γένος και πρόσφερε σε όλους την ελπίδα και τη βεβαιότητα και της δικής μας αναστάσεως. Η μνήμη του θανάτου, μας οδηγεί επίσης στο να αξιολογήσουμε τον κόσμο και τα του κόσμου, να θέσουμε τις δικές μας προτεραιότητες, να οδηγηθούμε σε μετάνοια και σε αληθινή και ειλικρινή σχέση με το Θεό, το χορηγό της ζωής και τον κύριο του θανάτου. Στην Αγία Γραφή, η απάντηση στο υπαρξιακό πρόβλημα του ανθρώπου και του θανάτου του δίκαιου, πρόωρου ή μη, είναι ότι «ηρπάγη, μη κακία αλλάξη σύνεσιν αυτού, ή δόλος απατήση  ψυχήν αυτού» (3) .

Μπροστά στη σωρό του αειμνήστου πατέρα Παναγιώτη, όλοι εμείς οι περιλειπόμενοι, με πρώτον τον Σεπτόν Προκαθήμενον της Τοπικής Εκκλησίας, ομολογούμε με θάρρος και επαναλαμβάνουμε αυτό που τονίζει ο απόστολος Παύλος: «Θέλω – μας λέγει – να ξέρετε, τι θα γίνει με αυτούς πού πέθαναν, για να μη λυπάστε κι’ εσείς όπως και οι άλλοι, που δεν πιστεύουν και δεν ελπίζουν σε τίποτα. Εμείς πιστεύουμε ότι ο Ιησούς πέθανε και αναστήθηκε. Το ίδιο πιστεύουμε καιότι αυτοί που πέθαναν πιστεύοντας στον Ιησού, ο Θεός θα τους αναστήσει για να ζήσουν μαζί Του» (4).«Αλίμονο, – προσθέτει ο Απόστολος – αν δεν πιστεύαμε στην Ανάσταση των νεκρών, θα είμαστε τότε, οι πιο αξιοθρήνητοι από όλους τους ανθρώπους».Όχι δεν είναι έτσι τα πράγματα, εμείς πιστεύουμε ότι ο Χριστός ανέστη, αληθώς ανέστη. Ο θάνατος είναι το πέρασμα από την φθαρτή προσωρινή μας ζωή στην αιωνιότητα  και την αφθαρσία. Αυτή τη βέβαιη ελπίδα αντλούμε από τον ίδιο αναστημένο Ιησού Χριστό αλλά και σήμερα, από τον εκλιπόντα πατέρα Παναγιώτη, ο οποίος κατά το επίγειο πέρασμά του  ανάμεσά μας, άφησε τη σφραγίδα μαρτυρίας της χριστιανικής πίστης στον παθόντα, σταυρωθέντα, ταφέντα και αναστάντα Κύριον ημών Ιησού Χριστόν.

Σεβασμιώτατε Πομενάρχα μας, υπακούοντας  στην προτροπή σας, να απευθύνω εκ μέρους του Ιερού κλήρου της Ιεράς Μητροπόλεως μας τον ύστατο χαιρετισμό και να εκφωνήσω αυτό τον επιθανάτιο λόγο για τον αγαπητό μας πατέρα Παναγιώτη, αισθάνομαι ότι θα τον αδικήσω με τις πενιχρές αναφορές μου στο ποιμαντικό, πνευματικό, εκκλησιαστικό και εκπαιδευτικό του έργο.  Όμως, με πολλή συντομία θα προσπαθήσω  να σκιαγραφήσω την προσωπικότητα του εκλιπόντος. Ο αείμνηστος Πρωτοπρεσβύτερος Παναγιώτης Ρούτσης γεννήθηκε την 9η Σεπτεμβρίου 1944 στα Ανώγεια της Σπάρτης από τον Σοφιανό και τη Μαρία Ρούτση. Στην ιδιαίτερη  πατρίδα του τελείωσε τη στοιχειώδη εκπαίδευση και ολοκλήρωσε τις γυμνασιακές του σπουδές στο Γυμνάσιο της Σπάρτης. Στη συνέχεια έχοντας τον διακαή πόθο της ιερωσύνης σπούδασε στην Ριζάρειο Εκκλησιατική Σχολή Αθηνών και ακολούθως φοίτησε στη Θεολογική Σχολή Αθηνών λαμβάνοντας το πτυχίο του  και ολοκλήρωσε τις σπουδές του στη Φιλοσοφική Σχολή Αθηνών, στο Αρχαιολογικό Τμήμα της, γενόμενος Πτυχιούχος της. Την 28η Μαΐου 1967 έρχεται σε γάμου κοινωνία μετά της Χριστίνας Μιχαλοπούλου-αδελφής του αγαπητού μας πατρός Ιωάννου Μιχαλοπούλου εφημερίου ήδη του Ι. Ναού Αγίου Νίκωνος και απέκτησαν δύο κόρες τη Μαρία και τη Φωτεινή.

Την 15η Οκτωβρίου 1967 μετά από τη συγκατάθεση της συζύγου του Χριστίνας, χειροτονήθηκε Διάκονος στον Ι. Ναό Αγίας Τριάδος  της Ενορίας Αγίου Ιωάννου Σπάρτης από τον αείμνηστο Μητροπολίτη Μονεμβασίας και Σπάρτης  κυρό Κυπριανό και στη συνέχεια προκειμένου  να ολοκληρώσει τις σπουδές του, μετατίθεται στην Αθήνα και διορίζεται την 19η Δεκεμβρίου 1967 διάκονος στον Ι. Ναό Μεταμορφώσεως του Σωτήρος στην Πλάκα Αθηνών. Την 27η Ιουνίου 1971 χειροτονείται Πρεσβύτερος στην ιδιαίτερη πατρίδα τα Ανώγεια από την αείμνηστο Μητροπολίτη Μονεμβασίας και Σπάρτης κυρό Ιερόθεο και διορίζεται την 1η Ιουλίου 1971  Εφημέριος Λευκοχώματος. Την 1η Αυγούστου του ιδίου έτους μετατίθεται ως Εφημέριος στον Ι.Ναό Αγίας Γλυκερίας  Γαλατσίου της Ι. Αρχιεπισκοπής Αθηνών,  όπου θα παραμείνει μέχρι την 30η Νοεμβρίου του 1975. Την 1η Δεκεμβρίου 1975 θα μετατεθεί στην Ι. Μητρόπολή μας και θα διοριστεί Εφημέριος του Ιερού αυτού Ναού υπηρετώντας συνεχώς μέχρι  τώρα. Υπήρξε ο κύριος συντελεστής επεκτάσεως και πλήρους ανακαινίσεως και αγιογραφήσεως του Ιερού Ναού ,μετατρέποντας τον, από ένα μικρό παρεκκλήσιο που ήταν αρχικά, του Ι. Ναού Αγίου Νίκωνος, σε Ενοριακό μεγαλοπρεπή Ναό της πόλεως μας. Στη συνέχεια εγκατέστησε κεντρική θέρμανση και ακολούθως πρόσφατα, εγκατέστησε μονάδα κλιματισμού για τις ανάγκες του εκκλησιάσματος. Παραπλεύρως ανακαίνισε τον Ιερατικό Οίκο της Ενορίας καθώς και το παρεκκλήσιο της Αγίας Παρασκευής στα Ματαλέικα. Το 1978 διορίστηκε καθηγητής Μέσης Εκπαιδεύσεωςστη Λακωνία, και υπηρέτησε στο Λύκειο Ξηροκαμπίου και αργότερα στο 3ο Γυμνάσιο Σπάρτης  με ενδιάμεσες αποσπάσεις σε διάφορα σχολεία όπου και όταν οι υπηρεσιακές ανάγκες τον καλούσαν, ως καθηγητής Φιλόλογος. Από το 3ο Γυμνάσιο Σπάρτης αφυπηρέτησε τον Αύγουστο του 2003. Έκτοτε και μέχρι σήμερα αφοσιώθηκε στο Ενοριακό  του ποιμαντικό έργο. Την 22α Δεκεμβρίου 1975 του απενεμήθη υπό του μακαριστού Μητροπολίτου  κυρού Ιεροθέου το οφφίκιο της πνευματικής πατρότητας και την 12-12-1977 υπό του ίδίου Μητροπολίτου, το οφφίκιο του Πρωτοπρεσβυτέρου.

Ο πατέρας Παναγιώτης, διακρινόταν και για τις δύο ιδιότητες που είχε, ως Εφημέριος και ως Εκπαιδευτικός, χωρίς η μια να αποβαίνει εις βάρος της άλλης ,αλλά αντίθετα, η μία να ενισχύει την άλλη.Σαν χαρακτήρας διακρίθηκε για την ευθύτητα και την ακεραιότητα της γνώμης του,  για την ευθυκρισία του, το υπεύθυνον για τις κατά καιρούς ανατεθείσες σ’ αυτόν εκκλησιαστικές και εκπαιδευτικές  διακονίες, το ειλικρινές και ανεπιτήδευτο στους τρόπους, την υπομονή και την καρτερία στις δυσκολίες του ποιμαντικού και του εκπαιδευτικού του έργου. Υπήρξε πανθομολογουμένως  άριστος ομιλητής, απλός και κατανοητός, αλλά και βαθυστόχαστος, όταν και όπου απαιτείτο να αναλύσει θεολογικά και αγιοπατερικά το θέμα του.

Στις διαπροσωπικές του σχέσεις ήταν απλός και διαλεκτικός προς όλους. Είχε το τάλαντο να πείθει με τον δικό του μοναδικό τρόπο και τον πιο δύσκολο συνομιλητή του. Και όταν ακόμη διαπίστωνε ότι ο συνομιλητής του είχε δίκιο, είχε την παρρησία και την τόλμη να ασπάζεται τη γνώμη του άλλου με ταπεινότητα και να δέχεται την άποψή του.  Θα τον θυμόμαστε στα Συνέδρια και τις Ιερατικές Συνάξεις που οργανώνει για την επιμόρφωσή μας, κατά καιρούς η Ι. Μητρόπολή μας, για την υποστήριξη των θέσεών του και τη άριστη επιχειρηματολογία του. Θα τον θυμόμαστε για το παιδικό του χαμόγελο  και τα  χαριτωμένα αστεία του, τη θυμοσοφία του, τους λόγους του, τους τε προφορικούς  και γραπτούς,  την ευγένειά του, το θάρρος της γνώμης του.  Αξιοσημείωτη ήταν η αγάπη του για τα βιβλία και η ενασχόληση του με το αγαθόν της γνώσεως, όχι μόνον της θεολογικής αλλά και της θύραθεν. Το βιβλίο του «ΠΑΡΑΔΕΙΣΟΥ ΟΙΚΗΤΟΡΕΣ» που συνέγραψε μετά του αειμνήστου Αρχιμανδρίτου κυρού Παρθενίου αποτελεί αξιόλογο βοήθημα για όλους μας, όπως και τα αναρίθμητα δημοσιεύματά του στον εκκλησιαστικό και τοπικό τύπο. Αλλά και με πόση λαχτάρα ετοίμαζε το νέο του βιβλίο για την ιστορία του Ναού του Αγίου Σπυρίδωνος, και έψαχνε για στοιχεία για την ολοκλήρωσή του. Όμως δεν πρόλαβε. Είθε ο διάδοχός του να το ολοκληρώσει κάποτε. Για την αγάπη του στα βιβλία και την ενασχόλησή του και τις ποικίλες δημοσιεύσεις του, δεν θα ήταν υπερβολή να του  αποδοθεί ο χαρακτηρισμός του «βιβλιολάθα».

Ως εκπαιδευτικός κατάφερε όχι μόνο να ασκήσει το έργο του  φιλόλογου καθηγητή άριστα, αλλά να ακουμπήσει  κυρίως τις ψυχές των νέων. Ένεκα του  έργου του, του ήθους του, της κοινωνικής παρέμβασης και του παραδείγματός του, κατόρθωσε  να μπει στις συνειδήσεις όλων των ενοριτών του, των συναδέλφων εκπαιδευτικών και συνδημοτών μας   και να τυγχάνει σεβασμού και να χαίρει εκτιμήσεως από όλους. Για όλα αυτά τα προσόντα του,  όπου και αν υπηρέτησε στην Αθήνα και στη Σπάρτη οι εκκλησιαστικοί Προϊστάμενοι, του ανέθεσαν κατά καιρούς υπεύθυνες διακονίες τις οποίες, όπως γνωρίζουμε εμείς οι συμπρεσβύτεροί του, τις εκτελούσε με απόλυτη ευσυνειδησία. Ιδιαίτερα, ο  χαρισματικός ηγέτης της Τοπικής μας Εκκλησίας, ο σεπτός ποιμενάρχης μας ο Μητροπολίτης Μονεμβασίας και Σπάρτης κ. Ευστάθιος, εκτιμώντας την ταλαντούχο προσωπικότητα του εκλιπόντος, τον είχε ορίσει υπεύθυνο της ύλης και της εκδόσεως του Περιοδικούτης Ιεράς Μητροπόλεώς μας, «ΟΣΙΟΣ ΝΙΚΩΝ», διακόνημα που επετέλεσε με συνέπεια και υπευθυνότητα, μέχρι προσφάτως. Τον είχε επίσης  διορίσει Μέλος του Επισκοπικού Δικαστηρίου, Μέλος του Μητροπολιτικού Συμβουλίου, Μέλος της Επιτροπής αντιαιρετικού αγώνα, Μέλος του Γραφείου Τύπου της Ιεράς Μητροπόλεώς μας και κήρυκα του Θείου λόγου, θέσεις επίλεκτες που υπηρέτησε πιστά με τις όποιες δυνάμεις, του έδωσε ο δωρεοδότης Κύριος,μέχρι την ημέρα της ασθενείας του.

Αλλά ήδη, ο πολύ αγαπητός μας και φίλος μου καρδιακός  Παπαπαναγιώτης, ο δι’ ολίγον ασθενήσας, κατέπαυσε και μετεκλήθη υπό του Κυρίου χθες το πρωί,στον τόπο «ένθα ουκ έστι πόνος, ου λύπη, ου στεναγμός» (5).

«Το κοινόν του βίου χρέος εκπληρώσας, του όρου πληρωθέντος» (6), προστίθεται στη χορεία των προαναπαυσαμένων πατέρων, μητέρων και αδελφών ημών,  ίνα αναπαύσηται εκ των κόπων αυτού, κατά την αποστολική ρήση και πορεύεται προς την άνω Ιερουσαλήμ, την αληθινή μας πατρίδα, λέγων μαζί με τον απόστολο Παύλο. «Τον αγώνα τον καλόν ηγώνισμαι, τον δρόμον τετέλεκα, την πίστιν τετήρηκα, λοιπόν απόκειταί μοι, ο της δικαιοσύνης στέφανος» (7). 

Αγαπητέ μας πατέρα Παναγιώτη, σε προπέμπουμε με αναστάσιμες προσδοκίες και ελπίδες και με χαροποιό πένθος. Με αγάπη πολλή θα σε ενθυμούμαστε όλοι, για πάντα και θα προσευχόμαστε για σένα. Ο πνευματικός μας πατέρας, οι παριστάμενοι  άγιοι Αρχιερείς, ο κλήρος σύμπας της Ιεράς Μητροπόλεως μας, οι μοναχές και οι μοναχοί των Ι. Μοναστηρίων της περιοχής μας, η πρεσβυτέρα σου Χριστίνα, οι κόρες σου η Μαρίακαι η Φωτεινή, οι γαμβροί σου, ο Ιωάννης Νικολόπουλος και ο Ηλίας Παπαλυμπέρης, τα τέσσερα εγγόνια σου, ο παπαγιάννης ο αδελφός της πρεσβυτέρας σου και οι λοιποί, οι κατά σάρκα συγγενείς σου, όλο το  ποίμνιο σου οι ενορίτες σου, οι συνάδελφοί σου στην εκπαίδευση, οι  καλοί σου φίλοι  και οι πολλοί  γνωστοί σου.

Διερμηνεύων το πένθος του πνευματικού μας πατέρα, του Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Κυθήρων, του παλιού συμμαθητή σου από τα ιεροσπουδαστικά σας χρόνια στη Ριζάρειο Σχολήκαι του Επισκόπου ημών και όλου του ιερού κλήρου της Τοπικής Εκκλησίας, θα προσπαθήσω να σε αποχαιρετίσω έμμετρα, κάπως έτσι, όπως και εσύ συνήθιζες σε διάφορες εκδηλώσεις να κάνεις.

Κοιμήσου παπαπαναγιώτη, γλυκά, κοιμήσου,

Ξεχωριστή μέσα μας θα ζει, η θύμηση σου.

Άρχοντας ήσουν στο χώρο της Εκκλησίας που ζούσες,

Αρχοντικό, ειρηνικό, καθάριο το τέλος σου, όπως ποθούσες.

Γαλήνη θεϊκή ας απλωθεί τριγύρω,

Όπως για τόσες δεκαετίες σκόρπιζε του θυμιατού σου, το μύρο.

Κοίταξε αδελφέ εδώ, λαός κι’ επίσημοι στην ύστατη αυτή στιγμή σου,

ήλθαν συγκινημένοι μα και περήφανοι, να ιδούν και να ασπασθούν για τελευταία φορά, την μορφή σου.

Είναι αυτοί που βάπτισες, που πάντρεψες, που βάπτισες τα παιδιά τους,

που έθρεψες πνευματικά, που άγιασες κατά καιρούς, τα σπιτικά τους.

Κοιμήσου αδελφέ, γλυκά και αθώα, κοιμήσου,

Στη γη θα μένει το σώμα σου, μα στον ουρανό με τον άγιο Σπυρίδωνα, θα ζει η ψυχή σου.

Γενέθλια έχεις σήμερα, κάνεις αρχή, στη  νέα σου ζωή, την αιωνία,

Και με τη δική σου συμμετοχή, θα γίνεται στον ουρανό, η θεία Λειτουργία…

Ευχηθείτε Σεβασμιώτατε Ποιμενάρχα μας, άγιοι Αρχιερείς, ίνα η ψυχή του πρωτοπρεσβυτέρου Παναγιώτη Ρούτση προσορμισθή στους ευλίμενους και ειρηνικούς όρμους της αιώνιας πατρίδας και ίνα η μνήμη αυτού είη ευλογημένη και αιωνία. Αμήν.

Πρωτ. Λάζαρος. Κ. Σκάγκος

Εφημέριος Μυστρά

[1] Ιώβ. α,21

[2] Ιωάν.5,24

[3] Σοφ.Σολ.4,11

[4] Θεσ.Α΄δ,13-17

[5] Νεκρώσιμος ακολουθία

[6] Νεκρώσιμος ακολουθία εις Ιερείς

[7]  Τιμ.Β. 4, 7-8