13/12/2017

RSS

ΟΙ ΑΓΙΟΙ ΤΗΣ ΛΑΚΩΝΙΑΣ, ΣΤΗ ΔΙΑΔΡΟΜΗ ΤΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ

08/03/2012

«ΟΙ ΑΓΙΟΙ ΤΗΣ ΛΑΚΩΝΙΑΣ ΣΤΗ ΔΙΑΔΡΟΜΗ ΤΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ», Ένα βιβλίο του κ. Πέτρου Βλαχάκου, ἐκδόσεως τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Μονεμβασίας καί Σπάρτης, Σπάρτη 2011.

Άρθρο του κ. Δημητρίου Κατσαφάνα

Agioi Lakonias Diadromi IstoriasΜέ χαρά καί ἱκανοποίηση διαβάσαμε τό νέο βιβλίο  «Οἱ Ἅγιοι τῆς Λακωνίας στή διαδρομή τῆς Ἱστορίας». Συγγραφέας ὁ κ. Πέτρος Κ. Βλαχάκος, φιλόλογος, Δ. Φ. τοῦ Ἀριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης.

Στό φωτεινό πρόλογό του, ὁ Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης μας κ. κ. Εὐστάθιος παρέχει σαφεῖς καί συγκινητικές ἐξηγήσεις γιά τήν ἀνάγκη μιᾶς ἐπιστημονικῆς ἔρευνας καί πληρέστερης παρουσίασης τῶν τοπικῶν ἁγίων, οἱ ὁποῖοι «ἔβαψαν μέ τά μαρτυρικά τους αἵματα τά χώματα τῆς ἱστορικῆς περιοχῆς μας, πού  πότισαν μέ τόν τίμιο ἱδρῶτα τῆς προσφορᾶς τους καί μέ τά δάκρυα τῆς μετανοίας τους καί τῆς ἀσκήσεώς τους τόν εὐλογημένο τόπο μας..». Παρόμοια ἐπιστημονική ἔρευνα ἔπρεπε νά ἀνατεθεῖ σέ ἐπιστήμονα-ἐρευνητή, πού νά πληροῖ τίς ἀπαιτούμενες προϋποθέσεις, ὅπως ὁ ἐν λόγω φιλόλογος-συγγραφέας.

Ὁ συγγραφέας στόν πρόλογό του πού ἀκολουθεῖ, γνώστης τῶν προβλημάτων τῆς ἁγιολογικῆς-ἱστορικῆς ἔρευνας, ὁμολογεῖ ὅτι ἀπ’ ἀρχῆς ἀντιμετώπισε «ἕνα τεράστιο και δύσκολο ἐγχείρημα», ἀναφορικά μέ τή συγκέντρωση καί καταγραφή τῶν σχετικῶν στοιχείων σέ μία ἐκτεταμένη χρονική περίοδο, τουλάχιστον δεκαπέντε αἰώνων, συμπεριλαμβάνοντας καί ἄλλους τοπικούς ἁγίους, «ἐκτός ἀπό τούς ἤδη γνωστούς ἁγίους, τούς ὁποίους συμπεριέλαβε ὁ συνάδελφος κ. Ἰωάννης Μητράκος στήν ἀξιόλογη ἔρευνά του, ΄΄Τό Συναξάρι τῶν Λακώνων ἁγίων΄΄». Προειδοποιεῖ δέ τόν ἀναγνώστη γιά τήν πρόσθετη δυσκολία, ἐκτός ἀπό τή μελέτη  τῶν πηγῶν, πού παρουσίαζε ἡ γνώση τοῦ ἱστορικοῦ πλαισίου στό ὁποῖο ἔζησαν καί ἔδρασαν οἱ Ἅγιοί μας.

Συνεπής πρός τήν ἐπιθυμία τοῦ οἰκείου ἱεράρχη κ.κ. Εὐσταθίου, συνέγραψε ἀξιόλογο ἐπιστημονικό βιβλίο, ἁγιολογικό πόνημα, διατηρώντας τόν ἐπιστημονικό  χαρακτῆρα του, ἐνῶ παράλληλα εἶναι προσιτό στό εὐρύ ἀναγνωστικό κοινό. Τοῦτο εἶναι καί τό διακύβευμα κάθε ἐπιστήμονα ἱστορικοῦ. Γιατί ἡ Ἱστορία γενικά, πολύ περισσότερο ἡ ἁγιολογία, πέρα ἀπό τόν αὐστηρά ἐπιστημονικό της χαρακτῆρα, ἔχει χρέος καί πρός τήν κοινωνία. Ἡ Ἱστορία, διεθνῶς καί ὄχι μόνο στήν πατρίδα μας, ὅπως ἔχει ἐπισημανθεῖ πρό πολλοῦ, δέν μπορεῖ νά παραμένει ὑπερβολικά ἀπομονωμένη στά ἐργαστήρια τῶν εἰδικῶν. Βέβαια, γιά νά ἐπιτευχθεῖ τοῦτο, ὁ ἱστορικός, ἐκτός ἀπό ἐρευνητής, πρέπει νά εἶναι καί συγγραφέας, ἄνθρωπος δηλαδή μέ πλοῦτο ψυχῆς, ἰδιαίτερα καλλιεργημένος. Ὁ ἱστορικός, ὁ φιλόλογος, ὁ ἄξιος μιᾶς μεγάλης ἀποστολῆς πρέπει νά εἶναι ἕνα μεγάλο μυαλό καί μιά μεγάλη καρδιά. Ὅσο γιά τόν ἐπιστημονικό χαρακτῆρα τοῦ βιβλίου δέν ἀφήνουν καμιά ἀμφιβολία οἱ ἀκριβεῖς ὑπομνηματισμοί τοῦ κειμένου, ἐνῶ μᾶς προϊδεάζει πρός τοῦτο ἡ πλούσια βιβλιογραφία πού παραθέτει ὁ συγγραφέας ἀμέσως μετά τόν πρόλογό του. Παραθέτει ὅλη τήν ὑπάρχουσα σχετική βιβλιογραφία, ξενόγλωσση καί ἑλληνική, πρωτογενεῖς καί δευτερογενεῖς πηγές, δηλαδή αὐθεντικές πηγές καί βοηθήματα.

Διαφωτιστικά γιά τά κείμενα πού θά ἀκολουθήσουν εἶναι καί τά δύο εἰσαγωγικά κεφάλαια τοῦ συγγραφέα πού ἀκολουθοῦν: α) Ἁγιολογία καί τοπική Ἁγιολογία καί β) Τά Ἁγιολογικά κείμενα, ἡ χρησιμότητά τους καί ἡ ἀξιοθεσία τους, ὅπου μᾶς ἐξηγεῖ τί εἶναι ἡ Ἁγιολογία ὡς ἐπιστήμη, ἐπισημαίνοντας τή χρησιμότητα καί τήν ἐγκυρότητα τῶν φιλολογικῶν, ἱστορικῶν, ἀρχαιλογικῶν κ.λπ πληροφοριῶν τίς ὁποῖες μᾶς παρέχουν τά ἁπλά αὐτά ἁγιολογικά κείμενα, συγκριτικά μέ τίς πληροφορίες τῶν Βυζαντινῶν ἱστορικῶν.

Ὁ συγγραφέας Πέτρος Βλαχάκος συνέγραψε τό βιβλίο του μέ ἐπιστημονικότητα καί μέθοδο. Οἱ ἅγιοι καί οἱ ὅσιοι, ὅπως σέ ἱερά πομπή περνοῦν νοερά ἀπό μπροστά μας μέ πρῶτο τόν ὅσιο Σεραπίωνα, τόν Σινδόνιο, πού προβάλλει ἀπό τούς ἀρχαίους χρόνους τῆς Ἐκκλησίας μας, τόν 4ο αἰῶνα, γιά νά ἀκολουθήσουν ἄλλοι τῆς μεσοβυζαντινῆς περιόδου, τῆς ὑστεροβυζαντινῆς, τῆς Τουρκοκρατίας, μέ τελευταίους τούς Νεομάρτυρες. Πρόκειται γιά συγκεκριμένους ἀνθρώπους πού ἔζησαν σ’ αὐτόν τόν τόπο ἤ πέρασαν ἀπό τή Λακωνία καί ἁγιοποιήθηκαν ἀπό τήν Ἐκκλησία καί ἀπό τίς καρδιές τῶν ἀνθρώπων. Ὁ καθένας τους σέ διαφορετική ἐποχή, πῆραν θέση καί στά προβλήματα τῆς κοινωνίας τους, ἀπάντησαν μόνοι τους στά θεμελιακά προβλήματα καί στίς ἀνάγκες τῶν συνανθρώπων τους, τῆς Ἐκκλησίας.

Θά σταθῶ ἐνδεικτικά μόνο σέ μερικές χαρακτηριστικές περιπτώσεις πού ἀναφέρονται στό βιβλίο. Ἀξιομνημόνευτη εἶναι ἡ συμμετοχή καί δράση τους στό πρόβλημα πού δημιούργησε ἡ γνωστή μας Εἰκονομαχία (8ος αἰ.). Οἱ ἐπίσκοποι Μονεμβασίας, ὁ Ἅγιος Πέτρος καί ὁ Ἅγιος Θεοφάνης, ἀγωνίστηκαν κατά τῶν εἰκονομάχων. Ἦταν βαθιά ἡ ἀφοσίωσή τους  καί ἡ λατρεία τους τῶν ἁγίων εἰκόνων τῆς Ὀρθοδοξίας. Ὁ Ἅγιος Θεοφάνης ταξίδεψε μάλιστα ὥς τή Ρώμη, γιά νά πάρει θέση καί ὁ Πάπας στό ζήτημα τῶν εἰκόνων. Ὀρθά ἐπισημαίνει ὁ συγγραφέας ὅτι «οἱ εὐρωπαϊκές ἐπαρχίες τῆς αὐτοκρατορίας παρέμειναν πιστές στή λατρεία τῶν εἰκόνων σέ ἀντίθεση μέ τίς ἀνατολικές ἐπαρχίες» (σελ. 63). Γιατί, ὅμως, συνέβηκε αὐτό; Στίς εὐρωπαϊκές ἐπαρχίες κατοικοῦσαν κυρίως Ἕλληνες ἀπό αἰῶνες. Καί ὁ Ἕλληνας δέν μποροῦσε νά συνομιλήσει μέ τό ἄμορφο, μέ τό ἄπειρο, ὅπως γινόταν μέ τόν ἀνεικονικό ἰουδαϊσμό, μέ τίς ἀφηρημένες μορφές τῆς μεσοποταμιακῆς περιοχῆς. Εἶναι χαρακτηριστικό ὅτι ὅλοι οἱ εἰκονομάχοι αὐτοκράτορες προέρχονταν ἀπό τήν Ἀνατολή. Ἡ Ἑλληνική Βυζαντινή τέχνη δέν ἀπαρνήθηκε ποτέ τήν ἀνθρώπινη μορφή. Μορφοποίησε τό ἅγιο, τήν ἀπειρότητα τοῦ  Θεοῦ. Ἀλλά ἡ ὀρθόδοξη εἰκόνα εἶναι λειτουργική εἰκόνα. Εἶναι μιά ἁγιογραφία καί ὄχι μιά ζωγραφιά μέ θρησκευτικό θέμα. Δέν εἶναι προϊόν μιᾶς ἐθνικῆς ἰδιοφυίας. Μένει πιστή στόν προορισμό της, στήν ἔκφραση δηλαδή τῆς Θείας οἰκονομίας καί συνοψίζει τή διδασκαλία τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας, ὅτι «ὁ Θεός ἔγινε ἄνθρωπος γιά νά γίνει ὁ ἄνθρωπος  Θεός».

Ἀλλά ἄς ἐπιστρέψουμε στίς σελίδες τοῦ βιβλίου. Πολλά τά θαύματα τῶν ἁγίων καί τῶν ὁσίων. «Ἡ προσευχή τους, ἡ νηστεία, ὁ πόλεμος μέ τή σάρκα, οἱ συμβουλές τους γιά μετάνοια,  οἱ καλές πράξεις τους, ἡ ἀγαθή προαίρεσή τους», λέγει ὁ συγγραφέας, «δέν ἀποτελοῦν μιά ἠθικολογία, ἀλλά θεμελιώδη σκοπό  ἔχουν τήν ἐλευθερία τῆς πίστης. Καί ὁ ἴδιος ὁ ὅσιος Ἠλίας διακατεχόταν ἀπό τήν ἐσωτερική ἐλευθερία καί αἰσθανόταν ἀσφαλής σέ ὅποιο μέρος καί ἄν βρισκόταν, ἐφόσον πίστευε ὅτι ὁ ἀληθινός χριστιανός δε δένεται μέ τά γήινα πράγματα» (σελ. 92). Ἐδῶ προβάλλεται τό ἠθικό ἀγώνισμα τοῦ ἀνθρώπου. Οἱ ἄνθρωποι ἐρχόμαστε στόν κόσμο αὐτόν μέ τό σῶμα μας, μέ τίς βιολογικές μας ἀνάγκες. Ἡ βιολογική μας ὑπόσταση, ἡ βιολογική μας αὐτοσυντήρηση εἶναι γυμνή ἀπό ἀξίες. Μπορεῖ, λοιπόν, ἡ βιολογική μας ὑπόσταση, μόνη αὐτή, νά εἶναι αὐτοσκοπός; Ζοῦμε μόνο γιά νά συντηροῦμε αὐτή τή βιολογική μας ὑπόσταση; Καί δέν εἶναι ριζική ἀνάγκη μας νά δώσουμε ἕνα νόημα σ’ αὐτή τή γυμνή ἀπό ἀξίες βιολογική μας ὑπόσταση; Εἶναι ἐξίσου μεταφυσική ἀνάγκη τοῦ ἀνθρώπου, προκειμένου νά δώσει νόημα στή ζωή του, νά δώσει τή μία ἤ τήν ἄλλη ἀπάντηση. Εἶναι τοῦτο ἠθικό χρέος, τό ὁποῖο προϋποθέτει τήν ἐσωτερική ἐλευθερία, τήν προαίρεση.

Ἡ ἀνώτατη ὑπαρξιακή διάσταση, ἡ θρησκεία δηλαδή, ἐνῶ προϋποθέτει τό ἠθικό ἀγώνισμα, ἡ ἴδια εἶναι πάνω καί ἀπό τήν ἠθική καί τή φιλοσοφία. Γιατί ἡ θρησκεία, ἡ ἁγιότητα εἶναι βίωση τοῦ ἀπολύτου. Τό θρησκευτικό συναίσθημα, ἡ ἁγιότητα εἶναι κάτι πολύ περισσότερο ἀπό τήν ἠθική προσταγή. Εἶναι ἀγάπη, ἀφοσίωση, ὑπακοή στό θέλημα τοῦ Θεοῦ. Σ’ αὐτή τήν περίπτωση βρισκόμαστε πέρα ἀπό τήν ἀντιδικία μας μέ τά πράγματα, μέ τόν κόσμο. Ὁ Θεός ὡς ἀγάπη ἀγκαλιάζει τά πάντα. Μέ τήν ἀγάπη στόν Θεό καταλήγουμε στή λύτρωση. Οἱ ἅγιοι καί οἱ ὅσιοι ἀγωνίστηκαν αὐτό τό ἠθικό ἀγώνισμα, ἀλλά προπάντων βίωσαν τό ἀπόλυτο, τήν ἀπόλυτη ἀγάπη πρός τόν Θεό καί τόν ἄνθρωπο. Στήν περιοχή τῆς πίστης, ὅ,τι δέν εἶναι λογικό δέ σημαίνει ὅτι εἶναι καί παράλογο.

Δύο σύντομα, ἀκόμη, λόγια γιά τούς νεομάρτυρες ἁγίους. Οἱ τελευταῖες σελίδες τοῦ βιβλίου φιλοξενοῦν τούς νεομάρτυρες ἁγίους τῆς Λακωνίας. Μαρτύρησαν στήν περίοδο τῆς Τουρκοκρατίας, οἱ περισσότεροι στή δεκαετία τοῦ 1770, τή γνωστή ὡς «Ὀρλωφικά». Ἀξιοθαύμαστη εἶναι ἡ σταθερότητά τους στή χριστιανική πίστη, ἡ ἄρνησή τους νά ἀλλαξοπιστήσουν,  μέ συνέπεια νά ὁδηγηθοῦν σέ μαρτύρια. «Οἱ νεομάρτυρες», παρατηρεῖ ὁ συγγραφέας, «ἀποτελοῦσαν ἕνα μόνιμο στήριγμα τοῦ ὑπόδουλου Ἑλληνισμοῦ» (σελ. 275). Τό μαρτύριο τοῦ Ἁγίου Ἰωάννη, τοῦ κατά κόσμον Ἰωάννη Σταματελόπουλου «ἑρμηνεύεται ὡς διττός  ἀγώνας γιά τή χριστιανική θρησκεία  καί τήν ἀπελευθέρωση τοῦ Γένους»(σελ. 276). Δέν εἶναι ἐδῶ ὁ χῶρος γιά νά θυμίσουμε στόν ἀναγνώστη, ὅτι μετά τήν Ἅλωση (1453) ἐπικράτησε χάος στήν πατρίδα, ὅτι ὁ Ἑλληνισμός παραδόθηκε στήν ἀπληστία τῶν  σουλτάνων καί τῶν κατά τόπους πασάδων, ὅτι τά δοθέντα ἀπό τό Μωάμεθ τόν Πορθητή προνόμια δέν τηρήθηκαν  πάντοτε. Οὔτε εἶναι δυνατόν ἐδῶ νά γίνει λόγος γιά τίς προσπάθειες τῆς Ἐκκλησίας νά παρηγορήσει τό λαό, νά συντηρήσει τήν ἐκπαίδευση, κυρίως στούς πρώτους δύο πιό σκοτεινούς αἰῶνες τῆς Τουρκοκρατίας, μέ δασκάλους τούς μοναχούς καί τόν κατώτερο κλῆρο, γιατί οἱ λόγιοι, πρίν καί μετά τήν Ἅλωση, μετακινήθηκαν στή Δύση.

Οἱ ἅγιοι καί οἱ ὅσιοι τῆς Λακωνίας κατανοοῦνται καλύτερα, ἄν γνωρίζουμε τήν παράδοση, τήν ἱστορία, τίς κοινωνικές συνθῆκες κάτω ἀπό τίς ὁποῖες ἔζησαν ὁ καθένας τους. Στή διαδρομή τῆς Βυζαντινῆς καί μεταβυζαντινῆς Ἱστορίας, ἡ χριστιανική πίστη καί Ὀρθοδοξία στερεώθηκαν μέσα ἀπό τήν ἀπόκρουση τῶν Ἀράβων, τῶν νεοφώτιστων ἰσλαμιστῶν, μέσα ἀκόμη ἀπό τίς δύο περιόδους τῆς Εἰκονομαχίας,  πού κράτησαν περισσότερο ἀπό ἕναν αἰῶνα (726-843), μέσα ἀπό τήν ἀναίτια καί ἀνίερη ἐπίθεση τῆς ἰμπεριαλιστικῆς Δύσης τό 1204, μέ τήν καταστροφή τῆς Πόλης καί τή βεβήλωση τῶν Ἱερῶν, ὅταν δηλαδή ἡ ἑλληνικότητα δόθηκε ὡς ἀπάντηση στη λατινικότητα (13ος αἰ.), ἀλλά καί ὕστερα, ὅταν, ἀπογυμνωμένο τό Γένος, τό ἔθνος, ἀκουμποῦσε στή γῆ του, μέσα ἀπό τούς ἀγῶνες του κατά τῶν Ὀθωμανῶν. Βαθιά ἡ ζύμωση τοῦ Ἑλληνισμοῦ μέ τήν Ὀρθοδοξία μέσα στήν ψυχή μας, εἴτε τό θέλουμε, εἴτε ὄχι. Ἐδῶ βρίσκεται ἡ βάση τοῦ νεοελληνικοῦ πατριωτισμοῦ, ὁ ὁποῖος δέν κραυγάζει, δέν εἶναι ἀνούσιος ρητορισμός.

Βιαζόμαστε νά κλείσουμε τό σύντομο τοῦτο σημείωμά μας γιά τό πολύ ἐνδιαφέρον βιβλίο τοῦ Πέτρου Βλαχάκου, πολύτιμο βιβλίο, διδακτικό καί μαζί τερπνό. Εἶναι φυσικό κατά τά ἄλλα, σέ μία τόσο μεγάλη ἱστορική ἔκταση νά παρεισέφρησαν  καί κάποιες ἀβλεψίες, ἐκ παραδρομῆς κ.λπ., ὅπως γιά παράδειγμα, ὅτι ὁ Θωμᾶς Παλαιολόγος  ἦταν δεσπότης τοῦ Μυστρᾶ. Τόν Θωμᾶ, δεκαετῆ, ὁ πατέρας Μανουήλ Β΄,  «ὁ βασιλεύς φιλόσοφος», τόν ἔστειλε κοντά στό δεσπότη, τό γιό του Θεόδωρο Β΄, διετέλεσε δέ δεσπότης στή νοτιοδυτική Πελοπόννησο. Τελειώνοντας, ἡ ἀπόφαση τοῦ σεπτοῦ ἱεράρχη μας κ.κ. Εὐσταθίου νά ἀναθέσει τή συγγραφή τοῦ ἁγιολογικοῦ τούτου ἔργου σέ ἀξιόλογο ἐπιστήμονα μᾶς «προσφέρει παραδείγματα ὀρθόδοξης πίστεως καί μαρτυρία ἐναρέτου βιοτῆς καί πολιτείας» καί θά προσέθετα, ὅτι ἐπετέλεσε  ἕνα χρέος, ὥστε νά γνωρίσουμε τούς τοπικούς ἁγίους ὡς μεγάλα ἠθικά καί πνευματικά ἐν Χριστῶ ἀναστήματα, ἀλλά ἀκόμη καί ὡς ἐθνική φωνή. Ὁ δέ συγγραφέας κ. Πέτρος Βλαχάκος μᾶς προσέφερε ἔργο καθαρό καί βαρύ, δημιούργημα φιλοπονίας καί φιλοτιμίας.