13/12/2017

RSS

Τό Φράγμα Οἰνοῦντος

12/04/2011

Ἀπό τά τοπικά μέσα ἐνημερώσεως, τηλεόραση καί ἐφημερίδες, καθώς καί ἀπό τήν παρουσία, τό περασμένο καλοκαίρι, ὁμάδων εἰδικῶν Μελετητῶν καί συνεργείων Τεχνικῶν στήν περιοχή Κακονερίου Βρεσθένων τοῦ ποταμοῦ Οἰνοῦντος, ὡς καί τήν πρόσφατη παρουσία παραγόντων τῆς αἱρετῆς Περιφέρειας μετά ἁρμοδίων Ὑπαλλήλων τοῦ Ὑπουργείου, ἔγινε γνωστή ἡ εἴδηση ὅτι ἔχει προγραμματισθεῖ ἡ κατασκευή μεγάλου φράγματος στή θέση Ἀρκουδιάδες-Τούρκα τοῦ ποταμοῦ Οἰνοῦντος, τοῦ ὁρίου Βρεσθένων, πρός δημιουργία λίμνης μέ σκοπό τήν ἄρδευση ἤ καί τήν ὕδρευση τῆς περιοχῆς Λακεδαίμονος καί ὄχι μόνον.
Ὁ γνωστός ἀπό τήν ἀρχαιότητα ποταμός Οἰνούντας (Οἰνοῦς-Οἰνοῦντος) εἶναι ὁ κυριότερος παραπόταμος τοῦ Εὐρώτα καί σ’ αὐτόν συγκλίνοντας ἐκβάλλουν διάφορα ρέματα πού, ξεκινώντας ἀπό τίς νοτιοδυτικές πλαγιές τοῦ Πάρνωνα, δέχονται τά ὄμβρια ὕδατα. Ὁ ποταμός αὐτός ἔχει μῆκος ὑπέρ τά τεσσαράκοντα χιλιόμετρα, διαρρέει ὅλο τό Δῆμο Οἰνοῦντος καί χύνεται στόν Εὐρώτα μεταξύ τῶν χωρίων Κλαδᾶ καί Κοκκινορράχης.
Εἶναι γνωστό ὅτι ἡ ὀνομασία τοῦ Δήμου ἔχει τήν προέλευσή της στόν ὁμώνυμο ποταμό, ὁ ὁποῖος διέρχεται ἀπό ὅλα τά χωριά τοῦ παλαιοῦ (μέχρι τοῦ 1912) καί τοῦ μόλις καταργηθέντος Καποδιστριακοῦ Δήμου Οἰνοῦντος, ἡ δέ ὀνομασία τοῦ ποταμοῦ προέρχεται ἀπό τήν ἐκτεταμένη στήν περιοχή ἀμπελοκαλλιέργεια ἀπό τήν ἀρχαιότητα ὡς τά μέσα τοῦ περασμένου αἰῶνος (δεκαετία 1960).
Μέ τήν εὐκαιρία νά σημειωθεῖ ὅτι μέ κέντρο τά Βρέσθενα, τήν Ἕδρα τῆς πάλαι ποτέ διαλαμψάσης Ἐπισκοπῆς Βρεσθένης, ὅλα τά χωριά πού περιβάλλουν τό χωριό αὐτό ὡς δορυφόροι καί συνορεύουν μαζί του ἔχουν ἀρχικό γράμμα τό Β (Βήτα): Βρουλιᾶς-Βουτιάνοι -Βασσαρᾶς-Βέροια-Βρέσθενα-Βρύση Μεγάλη-Βαμβακοῦ-Βαρβίτσα ἀκόμη καί Βούρβουρα-Βλαχοκερασιά, τά ὁποῖα μετά τήν ἀπελευθέρωση ἀνήκουν στήν Ἀρκαδία. Ἐξαίρεση ἀποτελοῦν ὁ Θεολόγος καί οἱ Καρυές (Ἀράχωβα). Καμία ἑρμηνεία δέν ἔχει δοθεῖ στό μοναδικό αὐτό καί παράξενο φαινόμενο ἀπό τήν Ἀκαδημία Ἀθηνῶν καί τή Λαογραφική Ἑταιρεία.
Καθ’ ὅλον τό μῆκος τοῦ ποταμοῦ Οἰνοῦντος καί ἑκατέρωθεν τῆς κοίτης αὐτοῦ ἔχουν καταγραφεῖ ὑπέρ τίς ἑκατό ὀνομασίες-τοπωνύμια καί ὑπάρχουν δεκάδες μικρές καί μεγάλες πηγές, μέ ἀποτέλεσμα τίς ἐκτεταμένες καλλιέργειες, οἱ ὁποῖες μειώθηκαν ἀπογοητευτικά ἤ καί ἐξέλιπαν τά τελευταῖα χρόνια λόγῳ τῆς ἀθρόας ἐσωτερικῆς καί ἐξωτερικῆς μεταναστεύσεως τῶν κατοίκων τῶν χωριῶν τοῦ Δήμου.
Τά πλέον γνωστά τοπωνύμια ἑκατέρωθεν τῆς κοίτης τοῦ ποταμοῦ Οἰνοῦντος, ἀρχίζοντας ἀπό τήν ἐκβολή αὐτοῦ στόν ποταμόν Εὐρώτα, εἶναι:
Κελεφίνα (ἐξ οὗ καί ἡ Γέφυρα Κελεφίνας μεταξύ Κλαδᾶ καί Κοκκινορράχης), Βαρδούκα, Σουερέ, Καμαράκι Κάναλι, Σοφρόνης (ἐκβολή χειμάρρου Γοργύλα, ὁ ὁποῖος συγκεντρώνει τά πηγαῖα καί ὄμβρια ὕδατα ἑκατέρωθεν τῆς Σταματήρας-Πολύδροσο, Βέροια, Συντζάφι καί ἐκβάλλει στόν Οἰνούντα κάτω ἀπό τή θέση τοῦ μελετωμένου φράγματος), Καλογερικός Μύλος, Χτόριζα, Βρέϊκο, Βαμβακιά, Ἀχραγιᾶς, Μυλωνᾶ Λάκκα, Ἁγιαννάκης, Μαυρίλα, Δαφνόρεμα, Κακονέρι Βρεσθένων, μέ ἐπί μέρους ὀνομασίες ὅπως Τούρκα, Ἀρκουδιάδες, Λύκος, Μουριά, Μαντίλα, κάτω Κόκκινα, πάνω Κόκκινα, Προβατᾶς δεξιά τῆς κοίτης καί Δημαρᾶ Μύλος, Γιαννέικο, Περιβόλια, Κοκιβιά, Παλαιογουλᾶς, Λινετσέικο ἤ Νενετσέικο, Λιγές, Παράκα, Ἀμπούλοι, Κεραμίδι ἀριστερα τῆς κοίτης. Ἀκόμη τό Μελίσσι, τό στενό καί μακρύ αὐτό τμῆμα μέχρι τά Διπόταμα, ὅπου φθάνει ὁ χείμαρρος Ξεριᾶς τῶν Καρυῶν (ποτάμι Ἀράχωβας), ἡ Ἀρκούδα (Μεγάλη Πηγή), τό Βαρικό, τῆς Συκιᾶς τό ρέμα, ἡ Καλαμποκιά, τό Μοναστηροκόλλημα (Παναγία Βρεσθενίτισσα), τό Μέγα ρέμα, ὁ Κοκκινόμυλος, τό ρέμα τῶν Βρεσθένων ἀπό τά Ζηρέματα, τά Ἀμπέλια (Κάτω Ἀμπέλια-Ἰτιά-Ἀϊδίνι), ἡ Ξερολογγά, τό Καρδαμητσόρεμα, οἱ Βαμβακιές, οἱ Κουτάλες, τά Μάρμαρα, τό Κουλούρι, τοῦ Κασινίκου ὁ Μύλος μετά τήν ἐκβολή τοῦ χειμάρρου Πουρόρεμα-Ρεματιανή. Στή συνέχεια καί ἐντός τῶν ὁρίων τοῦ Χωρίου Βαμβακοῦς Παληόμυλοι (Βρούντα Μύλος, Λιανοῦ Μύλος, Μύλοι Γαλατογιαννοῦς), Μακρυά Λογγᾶ, Τρεζένα, Καλός, Μουσγίτσα, Ἁγιάννης, Μαυρινᾶς, Κολοπανοῦ (περιοχή παλαιοῦ Οἰκισμοῦ), Κωτσομήλι, Ἔχοστος, Ἄμμοι, Κῆποι, Ἁλώνια, Λογγᾶ, Χορτοβρύση, Γεφύρι, Λίμηνα, Καρβουνολάγκαθο, Διπόταμα, Πολλά Ἁλώνια, Λιόντου, Χοῦνες ἀριστερά καί δεξιά Συκιά, Ἁγία Κυριακή, Χάβος, Λογγοί, Κριτής, Ἁγία Παρασκευή, Κορίτες, Χοζαροῦ, Ἐλατόβρυση, Πλατύ Ποτάμι (Μοναδικό, καταπληκτικό, πανέμορφο φαράγγι μήκους ἑπτά περίπου χιλιομέτρων), Πολυέλαιο Μέρμιγκα, Πευκόρεμα, Ἀλεξανδρέικα, Αὐριαλλοῦ, Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Κοῦρος, Ἑφτακαρβελοῦ.
Μετά ἀπό ὅλα αὐτά πιστεύω, ὅτι οἱ πάντες θά συμφωνήσουν, ὅτι τό μελετώμενο φράγμα δέν μπορεῖ νά ἔχει ἄλλη ὀνομασία παρά μόνο «ΦΡΑΓΜΑ ΟΙΝΟΥΝΤΟΣ», τήν ἱστορική δηλαδή ὀνομασία τοῦ μεγαλύτερου παραποτάμου τοῦ Εὐρώτα, ἀκόμα καί ὁ ἐπίσημος χάρτης τῆς Λακωνίας, ὅπως τόν διέθετε ἡ Νομαρχία, καταγράφει τό ὄνομα τοῦ ποταμοῦ Οἰνοῦς-Οἰνοῦντος. Δέν εἶναι νοητό, μέ ἀφορμή τή Γέφυρα ἐπί τοῦ ποταμοῦ Οἰνοῦντος στή θέση τῆς Κελεφίνας, νά δοθεῖ ἡ ὀνομασία αὐτή στό Φράγμα, τό ὁποῖο προβλέπεται στή θέση Ἀρκουδιάδες-Τούρκα τοῦ ὁρίου Βρεσθένων καί ἡ ὁποία θέση Κελεφίνα ἀπέχει ἀρκετά χιλιόμετρα μακρυά. Καί ἄν ἀκόμα κανείς ἐκλάβει ἤ λανθασμένα ἐκλαμβάνει τό Κελεφίνα ὡς λαϊκή ὀνομασία τοῦ ποταμοῦ Οἰνοῦντος, ταυτίζοντας τήν τοποθεσία μέ τό χείμαρρο, τοῦτο μπορεῖ νά συμβεῖ κοντά στήν ἐκβολή του στόν Εὐρώτα καί μόνον. Πιθανόν καί ἀπό τό γεγονός, ὅτι στήν θέση Κελεφίνα παρατηρεῖται ἡ πολυπληθέστερη διέλευση ἀνθρώπων καί ἡ ὡς ἐκ τούτου συνάντηση καί γνωριμία μέ τόν ποταμό Οἰνούντα, τόν ἐκτεινόμενο σέ πολλές δεκάδες χιλιόμετρα μέχρι τόν κύριο ὄγκο τοῦ Πάρνωνος, ἔφερε τή σύγχυση καί τήν ταύτιση τῆς τοποθεσίας τῆς γέφυρας μέ τόν ποταμό. Πολύ σωστά ἡ πινακίδα πού ἔχει τοποθετηθεῖ ἐκεῖ σημειώνει «Γέφυρα Κελεφίνας», ἐνῶ στή Γέφυρα τοῦ Εὐρώτα ὀρθότατα ἐνημερώνεται ὁ διερχόμενος μέ τήν πινακίδα «ΠΟΤΑΜΟΣ ΕΥΡΩΤΑΣ», ὅτι δηλαδή διέρχεται τόν ἱστορικό ποταμό τῆς Σπάρτης καί τῆς Λακεδαίμονος. Ἡ γέφυρα δέν δίδει τό ὄνομα στόν ποταμό, ἐνῶ ἡ τοποθεσία σέ κάθε πέρασμα τοῦ ποταμοῦ δίδει τό ὄνομα στή γέφυρα. Ἔτσι ἔχουμε ἀκόμη ἐπί τοῦ Οἰνοῦντος Γέφυρα Ἀχραγιᾶ στά Θεολογίτικα, Γέφυρα Κακονερίου στά Βρεσθενίτικα καί Γέφυρα Βαμβακοῦς δίπλα στό χωριό πρός τήν Βαρβίτσα. Ἀντίστοιχα ἔχουμε ἐπί τοῦ Εὐρώτα τή Γέφυρα στ’ Ἀχούρι ἀπό Πελλάνα πρός Κολλίνα, τή Γέφυρα τοῦ Σεντενίκου στόν κάμπο Καΐτσα Καστορείου κοντά στό Παρδάλι, τή Γέφυρα Πυρί στά Μαυρομιχαλέικα καί τή Γέφυρα Σκάλας. Φυσικά οὔτε τό Ἀχούρι, οὔτε ὁ Σεντενίκος, οὔτε τό Πυρί, οὔτε ἡ Σκάλα εἶναι ποτάμια ἀλλά γέφυρες ἐπί τοῦ ποταμοῦ Εὐρώτα καί δηλώνουν τίς θέσεις πού ἔχουν στηθεῖ. Ἔτσι καί τό σύγχρονο τεχνικό θαῦμα πού συνέδεσε τήν Πελοπόννησο μέ τή Δυτική Ἑλλάδα δέν λέγεται Γέφυρα Κορινθιακοῦ, ἀλλά πῆρε τό ὄνομα τῶν δύο κατέναντι θέσεων καί λέγεται Γέφυρα Ρίου-Ἀντιρρίου.
Ἐπίσης ἕνα ἄλλο θέμα τό ὁποῖο πρέπει νά μελετήσουν οἱ ἁρμόδιοι φορεῖς ὑλοποιήσεως τοῦ ἔργου αὐτοῦ εἶναι τό ὕψος τῆς στάθμης τῆς δημιουργηθησομένης λίμνης. Ἐνῶ στήν ἀρχή εἶχε ἀκουσθεῖ, ὅτι θά φθάνει στό ὕψος τῆς Γέφυρας Κακονερίου, τοῦ κεντρικοῦ ὁδικοῦ ἄξονος Πάρνωνος, ἐκ τοῦ ὁποίου ἐξυπηρετοῦνται τά χωριά Βρέσθενα, Βασσαρᾶς, Βέροια, Μεγάλη Βρύση, Βαμβακοῦ, ἐκ τῶν τοποθετηθέντων, τό καλοκαίρι 2010, ὑπό τῶν Τεχνικῶν Συνεργείων εἰδικῶν σημάτων, προκύπτει ὅτι ἡ στάθμη θά ἀνέλθη ἀρκετά μέτρα πάνω ἀπό τό ὁδόστρωμα τῆς Γέφυρας Κακονερίου (10-14 μέτρα), μέ ἀποτέλεσμα τήν κάλυψη ὅλης τῆς ἐκτάσεως Κακονερίου ἀκόμη καί τῶν μεγάλων πηγῶν στούς Ἀμπούλους, πού ἀποτελοῦν ἕνα τοπίο μοναδικοῦ φυσικοῦ κάλλους καί ἰδανικό χῶρο ἀναψυχῆς.
Τό σημαντικότερο ὅλων, ἐάν ἡ στάθμη τῶν ὑδάτων τῆς λίμνης φθάσει στό προγραμματιζόμενο ὑπό τῶν Μελετητῶν ὕψος, εἶναι ὅτι τότε θά εὑρεθεῖ στό βυθό τῆς λίμνης ὅλο τό πεδίο μάχης τῆς Ἀρχαίας Σελλασίας, τῆς μοναδικῆς ἥττας καί συντριβῆς τῆς ἀρχαίας Σπάρτης (222 π.Χ.) (Σαράντου Καργάκου «Ἱστορία τῆς Ἀρχαίας Σπάρτης» Τόμος Β΄ σελ. 625-638, Μιλτιάδου Μιχαλοπούλου «Εἰς τό ὄνομα τοῦ Λυκούργου» σελ. 193-217, 395-410). Ἔχει ἐρωτηθεῖ καί ἔχει συμφωνήσει σέ μιά τέτοια ἐξέλιξη ἡ ἁρμόδια Ἀρχαιολογική Ὑπηρεσία Κλασικῶν Ἀρχαιοτήτων;
Ἐξ ἄλλου, δέ νομίζω ὅτι συμμερίζεται κανείς τό φόβο πού μέ ἀφορμή τό ἔργο αὐτό διατυπώνεται, ὅτι δηλαδή δέν εἶναι ἐπιτρεπτό κοντά καί πάνω ἀπό μεγάλη πόλη νά κατασκευάζεται μεγάλο φράγμα, διότι σέ περίπτωση καταστροφῆς του ἀπό ἐνδεχόμενο ἰσχυρό σεισμό ἤ ἄλλη αἰτία κινδυνεύει ἄμεσα ἡ πόλη ἀπό τόν ὄγκο τῶν ὑδάτων, τά ὁποῖα λόγῳ τῆς μικρᾶς ἀποστάσεως καί τῆς στενότητος τῆς κοίτης, δέν προλαβαίνουν νά ἐκτονωθοῦν καί εἶναι ἐνδεχόμενο νά ἐπιπέσουν μέ ὁρμή ἐπί τῆς πόλεως καί νά τήν καταστρέψουν.
Τέλος φρονῶ ὅτι κανείς δέν μπορεῖ νά εἶναι ἀντίθετος σέ ἕνα ἔργο ἀναπτύξεως καί πολλαπλῆς ὠφελείας τοῦ τόπου, τοῦ κοινωνικοῦ συνόλου, ὅταν τό ἔργο αὐτό τίθεται ἐπί σωστῶν βάσεων καί πραγματικῶν δεδομένων. Γῆ τῆς ἐπαγγελίας θά ἦταν ἡ Λακωνία μας ἐάν σέ ὅλα τά φαράγγια τῶν δύο μεγαλόπρεπων βουνῶν πού τήν περικλείουν, τοῦ Ταϋγέτου καί τοῦ Πάρνωνος, εἶχαν κατασκευαστεῖ μικρά φράγματα, ὥστε νά συγκρατῶνται τά ὄμβρια ὕδατα καί νά μή φθάνουν ἀνεκμετάλλευτα κατ’ εὐθείαν στή θάλασσα, δημιουργώντας πολλές φορές στό πέρασμά τους μεγάλες καταστροφές.

Πρωτοπρεσβύτερος Γεώργιος Κων. Μπλάθρας
Βρεσθενίτης